ἀσκαρίς

ἀσκαρίς, -ίδος
Grammatical information: f.
Meaning: `worm in the intestines, larve of the gnat' (Hp.).
Other forms: Also σκαρίδες εἶδος ἑλμίνθων H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Generally, e.g. Strömberg Wortstudien 24, taken from ἀσκαρίζω `spring'; "semantisch nicht ganz überzeugend" Frisk. (Germ. Springwurm is a calque from Greek.) If the prothesis \/ absence of the initial vowel is original and not a recent development, rather a substr. word.
Page in Frisk: 1,163

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀσκαρίς — worm in the intestines fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασκαρίς — ( ίδος), η (Α ἀσκαρίς) σκουλήκι των εντέρων αρχ. το έμβρυο της εμπίδος*. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. απαντά στους Ιπποκράτη και Αριστοτέλη με τη σημασία «σκουλήκι των εντέρων» και στον Αριστοτέλη με τη σημασία «έμβρυο της εμπίδος». Στον Ησύχιο επίσης… …   Dictionary of Greek

  • ἀσκαρίδα — ἀσκαρίς worm in the intestines fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδας — ἀσκαρίς worm in the intestines fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδες — ἀσκαρίς worm in the intestines fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκαρίδων — ἀσκαρίς worm in the intestines fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σκαρίς — ίδος, ἡ, Α (κατά τον Ησύχ.) «ἀσκαρίς». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ασκαρίς] …   Dictionary of Greek

  • (s)ker-2, skerǝ- : skrē- —     (s)ker 2, skerǝ : skrē     English meaning: to spring, to turn     Deutsche Übersetzung: ‘springen, herumspringen”, also and actually “(sich) drehend bewegen, schwingen”     Note: not to separate from (s)ker “turn”     Material: O.Ind. kiráti …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • ascáride — (Del lat. ascaris < gr. askaris.) ► sustantivo femenino ZOOLOGÍA Lombriz parásita del intestino delgado del hombre y del caballo. (Ascaris.) * * * ascáride o áscaris (del lat. «ascarĭdae, ārum», del gr. «askarís») f. o m. Zool. Nombre dado a… …   Enciclopedia Universal

  • σκαίρω — Α (κυρίως στον ενεστ. και παρατ.) 1. πηδώ, αναπηδώ, σκιρτώ («σκαιρούσας ἐλάφους», Καλλ.) 2. χορεύω, ορχούμαι («ποσὶ σκαίροντες ἕποντο», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. σκαίρω (< *σκαρ jω) ανάγεται, κατά την πιθανότερη άποψη, στη συνεσταλμένη βαθμίδα… …   Dictionary of Greek

  • ascáride — (Del lat. ascarĭdae, ārum, y este del gr. ἀσκαρίς). f. lombriz intestinal …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.